«Λίγη συντροφιά»

Κάνε μου απόψε συντροφιά,
απόψε που όλα είναι σκοτεινά
και με παιδεύουν.

Κράτα το χέρι μου σφιχτά,
να μην πονώ στο κρύο,
να μην γερνώ στη μοναξιά .

Πήγαινε με αλλού και μακριά
σε γη που δεν την ξέρω,
να χαιρετώ το άγνωστο, 
σε ξένους να προσφέρω.

Συγχώρα με που δεν μπορώ
μακριά σου πια να μείνω.
Έξω έχει τόση παγωνιά,
φυσάει λάβα και φωτιά
κι εγώ σ´ αποζητώ,
όπως το χελιδόνι τη φωλιά,
ο άρρωστος τη γιατρειά 
και το παιδί της μάνας την ποδιά.

Κράτα το χέρι μου σφιχτά,
να αισθανθώ ξανά,
πώς είναι η αγάπη,
πώς η καρδιά μαθαίνει να χτυπά
και πώς ο έρωτας 
παράλογα ζητά…

Απ΄ την αρχή δείξε ξανά,
πώς είναι να πονάς αυτόν που έχει φύγει,
μάθε με πώς η λησμονιά με μιαν αχτίδα σβήνει,
πώς η αγκαλιά είναι για δύο ,
πώς ο πόθος μοιάζει μ´ ακυβέρνητο πλοίο.

Αγκάλιασέ με
σαν αύριο να μην υπάρχει,
μέχρι η αυγή μας να χαράξει,
πριν το δειλινό πετάξει,
πριν η ζωή γίνει μετάξι.

Αληθινά αγάπα με,
όχι για λίγο,
όχι για πάντα,
όσο κρατά ένα κερί,
όσο του ανέμου η πνοή
και του χειμάρρου η ορμή.

Μη φύγεις στ´ αλήθεια μακριά, 
κάνε μου παρέα στα κρυφά,
μήπως και μάθω,
τι θα πει ζητιανιά,
τι θα πει να θες πικρά,
εκείνον που ξεχνά, 
πως υπάρχεις απλά,
πως ψελλίζεις ταπεινά.

Κάνει κρύο κι απόψε… 
Ζέστανε με
και το ξημέρωμα 
προσπέρασε με...
πες πως η καμπάνα δεν χτυπά,
πες πως δεν με είδες πουθενά...

Μόνο εσύ κι εγώ θα ξέρουμε 
πώς είναι να ζητάς...από συνήθεια ...

Μόνο εσύ κι εγώ ...θα ξέρουμε ...τον ήχο ...που κάνει η  αλήθεια...

Α.Μ.
31.10.2015

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « “Ο Τρύγος” “Ο ψαλμός” »