«Οὐκ ἐάσω ὑμᾶς ὀρφανούς…»

«Πανταχοῦ τὸ τέλος τιμιώτερον ἐστὶ τῶν πρὸ τοῦ τέλους». Κορωνίδα και επιστέγασμα των γεγονότων της θείας οικονομίας αποτελεί η εορτή της Αναλήψεως του Σωτήρος Χριστού, όπως σχεδόν επιγραμματικά αλλά με έξοχη λιτότητα και σαφήνεια μας πληροφορούν οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς καθώς και οι Πράξεις των Αποστόλων. Ο Θεοφάνης ο Κεραμεύς σε ομιλία του για την εν λόγῳ εορτή σημειώνει: «είναι πράγματι λαμπρά και ένδοξος η σημερινή μεγάλη εορτή, που έχει ως αντικείμενο εορτασμού αυτήν ακριβώς την ανακεφαλαίωση των εορτών∙ διότι αυτή είναι το κορύφωμα των μυστηρίων του Χριστού∙ αυτή είναι η τελειοποίηση της σωτηρίας μας».

Η πίστη της πρώτης Εκκλησίας στο κήρυγμα των αυτήκοων και αυτοπτών μαρτύρων του κενού τάφου και της αναστάσεως, οι οποίοι διακηρύττουν «ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν - ὃ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν» (Α’ Ιωαν. α΄, 1), δεν μας αφήνουν περιθώριο για μη αποδοχή της τελευταίας ενέργειας της επί γης παρουσίας του Κυρίου Ιησού.

Σαράντα ημέρες μετά την ανάστασή του ο Κύριος συγκέντρωσε τους μαθητές στο όρος των Ελαιών, όπου αφού τους άφησε τις τελευταίες υποθήκες, σήκωσε τα χέρια του και ενώ τους ευλογούσε αποχωρίστηκε από αυτούς και εφέρετο πάνω στον ουρανό. Οι απόστολοι μένοντας εκστατικοί στον ίδιο τόπο, θεωρούν δύο αγγέλους οι οποίοι τους ρωτούν το λόγο για τον οποίο στέκουν και κοιτούν προς τον ουρανό, ενώ τους διαβεβαιώνουν πως αυτός ο ίδιος ο Ιησούς που αναλήφθηκε, θα επιστρέψει με τον ίδιο τρόπο. Τότε οι απόστολοι επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης!

Ίσως η πρώτη σκέψη που μας έρχεται στο νου με το άκουσμα της λέξης ανάληψη είναι ο χωρισμός, η φυγή, η απόσπαση κάποιου κομματιού μας. Η Ανάληψη όμως του Κυρίου δεν είναι σε καμία περίπτωση ο χωρισμός. Το κοντάκιο της εορτής λέει «οὐδαμόθεν χωριζόμενος (ο Κύριος) ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος» έξω δηλαδή από χωροχρονικούς περιορισμούς. Ο Μέγας Βασίλειος λέει πως ο κατακερματισμός του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι πτωτική κατάσταση και σημαίνει αναίρεση της ενότητας της δημιουργίας και της αιωνιότητας. Η Ανάληψη όμως του Κυρίου είναι η υπέρβαση αυτών των συνεπειών της πτώσης. Τώρα είναι διαρκής και μόνιμη η παρουσία του Χριστού, όπως μας διαβεβαίωσε ο ίδιος «μεθ΄ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη΄, 20).

Ο Κύριος με την Ανάληψή του μας βεβαιώνει για τη θεότητά του. Έπρεπε ακόμα και αυτή την ύστατη στιγμή να εξαλειφθούν οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες υπήρχαν στους αποστόλους για τη θεότητα του Ιησού, έτσι ώστε αυτοί αργότερα, πεπεισμένοι ακραδάντως, να ξεκινήσουν το αποστολικό τους έργο, βαπτίζοντες τους λαούς στο όνομα της αγίας Τριάδος. Για το λόγο λοιπόν αυτό ο Κύριος αναλαμβάνεται στους ουρανούς όχι όπως ο Ηλίας με τη βοήθεια του πυρίνου άρματος, αλλά ανέρχεται μόνος του επί των νεφελών όπως έκανε ο άγγελος στο θυσιαστήριο του Μανωέ, όταν προσέφερε τη θυσία του. Και ανερχόμενος στους ουρανούς ευλογούσε αυτούς, παρέχοντας τη θεϊκή ευλογία και την πληρότητα του βασιλικού του αξιώματος. Ο Κύριος δεν ήταν ένας απλός δάσκαλος ή ένας θαυματοποιός, μια ανιστορική και «ασώματη» πνευματική παρουσία, μια μυθική ύπαρξη∙ είναι ο αρχηγός της ζωής που προβάλλει την κυριαρχία του –μέσω του γεγονότος της Αναλήψεως – πάνω στη γη και τον ουρανό. Εξάλλου το απολυτίκιο της εορτής το διαλαλεί περίτρανα: «… βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου».

Αναλαμβανόμενος ο Κύριος προς τους ουρανούς εκπληρεί την εξαγγελία του σύμφωνα με την οποία «ἐγὼ πρὸς τὸν Πατέρα μου πορεύομαι», «συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω, ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς∙ ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς» (Ιωαν. ιστ΄, 7). Η επαγγελία αυτή ήταν η αιτία της χαράς των αποστόλων. Επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ περιμένοντας να ενδυθούν την εξ ύψους δύναμη, τον φωτισμό του Πνεύματος, όπως τους υποσχέθηκε ο Κύριος στην παράκλησή τους: «Δέσποτα μὴ λίπῃς ὠρφανισμένους σοὺς οἰκέτας»∙ «οὐ λείψω ὀρφανούς, οὕς ἐγὼ συνῆξα, ὁ Κύριος τοῖς φίλοις ἐλάλει, ἀλλὰ πέμψω ὑμῖν Πνεῦμα τὸ ἅγιον» εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα εποχή, την εποχή της Εκκλησίας, μέσα στην ιστορία «διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων» της Βασιλείας του Θεού.

Η λέξη άνθρωπος σημαίνει άνω θρώσκω, δηλαδή αναπηδώ ψηλά. Σύμφωνα με έναν ασκητή των ημερών μας δε σημαίνει μόνο αυτό αλλά και ότι ίπταμαι… Η ανθρώπινη φύση έχει την αδυναμία και είναι επιρρεπής στην αμαρτία, αλλά έχει τη δυνατότητα να ενωθεί και να κοινωνεί με τον Θεό, έχει τη δυνατότητα πλέον της αγιότητας. Ο ιερός υμνωδός όταν στο κοντάκιο της παρούσης εορτής λέει: «τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν…» μας θυμίζει πάντα τον στόχο που πρέπει να έχουμε και να κοιτάμε στερεώνοντας εκεί τους οφθαλμούς μας∙ το στόχο της αγιότητας, του εξαγιασμού και της θεώσεως.

Ο Ιησούς δεν δοξάστηκε μόνο με την Ανάστασή του. Έφτασε στο ύψιστο σημείο της «δόξας» του Θεού και με το γεγονός της Ανάληψής του στους ουρανούς. Μετά την Ανάσταση και την Ανάληψη εισήλθε στη θεία δόξα (Λουκ. κδ΄, 26) και ως «Κύριος τῆς δόξης» (Α΄ Κορ. β΄, 8) άνοιξε το δρόμο και για τη δόξα του ανθρώπου. «Δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς» (Ιωαν. ιζ΄, 10), η δόξα του ανθρώπου ολοκληρώνει τελικά τη «δόξα» του Χριστού, σημειώνει ένας μεγάλος σύγχρονος θεολόγος.

Με την Ανάληψή του ο Κύριος θέωσε «τῆς σαρκός ἡμῶν τὸ πρόσλημα»∙ «τὴν πλανηθεῖσαν φύσιν, ἀναληφθεὶς, τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ προσήγαγε». Μας χάρισε ο Κύριος τη δυνατότητα να γίνουμε μέτοχοι και κληρονόμοι της Βασιλείας του, να γίνουμε οικείοι του στην Άνω Ιερουσαλήμ. Έχει ανατείλει πλέον μια νέα εποχή, ο μέλλων αιών της εσχατολογικής αποκατάστασης στη δόξα του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο έχει αρχίσει για εμάς τους χριστιανούς, από εκείνη την ημέρα της Αναλήψεως του Χριστού, ο χρόνος αναμονής «τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας» του Κυρίου Ιησού, όπως εξήγγειλαν οι «ἐν ἐσθήτι λευκῇ» ιματισμένοι άνδρες.

Άραγε εμείς θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε τη χαρά των αποστόλων μέχρι εκείνα τα έσχατα;

«Ἀμήν, ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ».

αρχιμ. Μιχαήλ Χαρ. Σταθάκη 16.01.2010

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « «Ενθύμησις, από το 1838…»